βαθύ

βαθύς
deep
masc voc sg (ionic)
βαθύς
deep
neut nom/voc/acc sg (ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Βαθύ — I Ονομασία δέκα οικισμών. 1. Μεγάλος πεδινός οικισμός (υψόμ. 80 μ., 1.474 κάτ.) της Αίγινας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο της Αίγινας της νομαρχίας Πειραιώς. 2. Παράλιος οικισμός (υψόμ. 10 μ., 46 κάτ.) της Σίφνου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο… …   Dictionary of Greek

  • Βαθύ — Sp Vãtis Ap Βαθύ/Vathy L Samas ir C Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • βαθύ- — [ΕΤΥΜΟΛ. < βαθύς. Ο τ. χρησιμεύει ως α συνθετικό πολλών λέξεων της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής και δηλώνει: 1. αυτόν που έχει βάθος πρβλ. βαθύκολπος, βαθύπεδος, βαθύρριζος αρχ. βαθυαγκής, βαθύγαιος, βαθυδινήεις, βαθυκύμων,… …   Dictionary of Greek

  • Μικρό Βαθύ — Παράλιος οικισμός (υψόμ. 10 μ., 204 κάτ.) της Εύβοιας. Βρίσκεται στην ακτή της Βοιωτίας, στην είσοδο του νότιου λιμανιού της Χαλκίδας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αυλίδος του νομού Ευβοίας …   Dictionary of Greek

  • βαθύνῃ — βαθύ̱νῃ , βαθύνω deepen aor subj mid 2nd sg βαθύ̱νῃ , βαθύνω deepen aor subj act 3rd sg βαθύ̱νῃ , βαθύνω deepen pres subj mp 2nd sg βαθύ̱νῃ , βαθύνω deepen pres ind mp 2nd sg βαθύ̱νῃ , βαθύνω deepen pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθύνει — βαθύ̱νει , βαθύνω deepen aor subj act 3rd sg (epic) βαθύ̱νει , βαθύνω deepen pres ind mp 2nd sg βαθύ̱νει , βαθύνω deepen pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθύνουσι — βαθύ̱νουσι , βαθύνω deepen aor subj act 3rd pl (epic) βαθύ̱νουσι , βαθύνω deepen pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) βαθύ̱νουσι , βαθύνω deepen pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθύνουσιν — βαθύ̱νουσιν , βαθύνω deepen aor subj act 3rd pl (epic) βαθύ̱νουσιν , βαθύνω deepen pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) βαθύ̱νουσιν , βαθύνω deepen pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάθυνε — βάθῡνε , βαθύνω deepen pres imperat act 2nd sg βάθῡνε , βαθύνω deepen aor ind act 3rd sg (homeric ionic) βάθῡνε , βαθύνω deepen imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάθυνον — βάθῡνον , βαθύνω deepen aor imperat act 2nd sg βάθῡνον , βαθύνω deepen imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) βάθῡνον , βαθύνω deepen imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.